|
5. Τί ποτε ἀνέσχες, ἤλιε, μέλλων ὄψεσθαι τοσαῦτα κακά; Τί^ μὴ ἔστης, οὐρανέ, τῆς ακαμάτου κατὰ κύκλον φορᾶς, ἣν ἐπὶ σωτηρίᾳ τοῡ παντὸς ἀεὶ ποιούμενος, ἐπ' ἀπωλείᾳ Θεσσαλονίκης, οἴμοι, τότε περιελήλυθας ; Τί μὴ σκότος ἐγένετο μεσούσης ἡμέρας οἷον δὴ πρότερον τοῡ ἐμοῡ σταυρουμένου δεσπότου καὶ τοῡ παντὸς συγκίνησις καὶ σεισμός ; Ὡς ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα ἐκείνη δικαιότερον, ἧς Ἰὼβ κατηράσατο, μὴ λογισθείη ἐν ἡμέραις αἰῶνος, εἴη δὲ Θεῷ καὶ ἀνθρῶποις ἐπικατάρατος.
|
5. Γιατί ανέτειλες, ήλιε, άφοϋ έμελλες νά δής τόσο μεγάλα κακά; Πώς δέν σταμάτησες, ουρανέ, τήν ακούραστη κυκλική σου κίνηση, πού εκτελείς πάντοτε γιά τήν σωτηρία τοΰ σύμπαντος καί τότε έξετέλεσες, αλίμονο, γιά τήν απώλεια τής Θεσσαλονίκης; Πώς δέν έγινε σκοτάδι στο μέσο τής ημέρας, δπως έγινε τότε πού σταυρώθηκε ό Κύριος μου καί ακολούθησε κίνηση τοϋ παντός καί σεισμός; Είναι πιο δίκαιο νά χαθή ή ήμερα εκείνη άπό αυτήν πού κατα¬ράστηκε ό Ιώβ καί εϊθε νά μήν υπολογιστή στις ήμερες τοϋ αιώνος. Ας είναι καταραμένη άπό τόν Θεό καί τούς ανθρώπους.
|